Κυριακή, 11 Μαρτίου 2001

Παράσταση στη Μνήμη του Ρίτσου: Αναφορά στη Γυναίκα

Α­λη­θι­νά υ­πέ­ρο­χη!  Η πα­ρά­σταση στη μνή­μη του με­γά­λου Λά­κω­να ποι­η­τή, Γιάν­νη Ρί­τσου, και α­φιε­ρω­μέ­νη στη διε­θνή η­μέ­ρα της γυ­ναί­κας, ή­τα­νε με δί­χως αμ­φι­βο­λί­α η κα­λύ­τε­ρη τέ­τοιου είδους στα ι­στο­ρι­κά του συλ­λό­γου.

Η συ­μπα­τριώ­τισ­σα α­πό τους Μο­λά­ους, Βού­λα Γκιο­τσα­λί­τη-Γιαν­νο­πού­λου αντά­μα με την πα­ρέ­α της, κο­ρυ­φαί­ους καλ­λι­τέ­χνες της πα­ροι­κί­ας, ξε­πε­ρά­σαν κά­θε προσ­δο­κί­α.  Συ­νά­μα­ ανέ­βα­σαν το κύ­ρος του συλ­λό­γου στην πα­ροι­κί­α και ε­ξυ­ψώ­σα­νε την πο­λι­τι­στι­κή συ­νεί­δη­ση ό­λων.

Πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό 270 συ­μπά­ροι­κοι α­πό ό­λα τα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα στριμώ­χτη­καν στην αί­θου­σα εκ­δη­λώ­σε­ων του Λα­κω­νι­κού Οι­κο­γε­νεια­κού Κέ­ντρου και ευ­χα­ρι­στή­θη­καν κά­τι υ­πέ­ρο­χο.

Πο­λύ σω­στά η Βού­λα πε­ριό­ρι­σε το πλαί­σιο της διά­λε­ξης στην α­να­φο­ρά της επιρ­ρο­ής της γυ­ναί­κας στην ποί­η­ση του Ρί­τσου, έ­τσι για να ταυ­τί­ζε­ται με την ε­πί­και­ρη α­φι­έ­ρω­ση στη διε­θνή η­μέ­ρα της γυ­ναί­κας.  Ταυ­το­χρό­νως α­πό την ο­μι­λί­α της μά­θα­με τό­σα και τό­σα α­πό ο­λό­κλη­ρη τη ζω­ή του κο­ρυ­φαί­ου Έλλη­να ποι­η­τή του 20ου αιώ­να.

Τι να πού­με για τη νε­α­ρή Α­φρο­δί­τη Μπό­για!  Ευ­χά­ρι­στη έκ­πλη­ξη να δού­με και να α­κού­σου­με την α­νερ­χό­με­νη με­τζο­σο­πρά­νο τρα­γου­δί­στρια.  Τα ε­φτά με­λο­ποι­η­μέ­να ποιή­μα­τα που τρα­γού­δη­σε ά­φη­σαν ό­λους να θέ­λουν και άλ­λα.  Κα­νείς δε θα την ξε­χά­σει στο συ­γκι­νη­τι­κό ρε­σι­τάλ του ε­πι­τά­φιου.  «Γιε μου, σπλά­χνο των σπλά­χνων μου…»  και άλ­λα.

Ο Γιάν­νης Κουρ­μπέ­λης ό­πως πά­ντα στην ε­νορ­χή­στρω­ση και στο πιά­νο ή­τα­νε ά­ψο­γος.  Ο Κώ­στας Δε­λα­γιώρ­γος στο μπου­ζού­κι κι ο Θα­νά­σης Γιαν­νό­που­λος στην κι­θά­ρα  α­πό την αρ­χή α­πο­χτή­σα­νε στε­νή ε­πα­φή με το α­κρο­α­τή­ριο  και η τραγου­δι­στή α­παγ­γε­λί­α α­πό το «Κα­πνι­σμέ­νο Τσου­κά­λι»  α­νέ­βα­σε την ψυ­χι­κή διάθε­ση ό­λων.

Ο­πωσ­δή­πο­τε η Βού­λα και η πα­ρέ­α της προ­σέ­φε­ραν κά­τι το δια­φο­ρε­τι­κό, πέρα α­πό το συ­νει­θι­σμέ­νο σου­βλά­κι και το πο­τή­ρι, ό­σο κι αν αυ­τά μας α­ρέ­σουν.  Μας δια­σκέ­δα­σαν, μας έ­κα­ναν να μά­θου­με κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό την πο­λι­τι­στι­κή και λα­ο­γρα­φι­κή κλη­ρο­νο­μιά του τόπου μας, αλ­λά πά­νω α­πό ό­λα μας έ­δει­ξαν άλ­λη μια ε­πιλο­γή.  Μια ε­πι­λο­γή που εκ­φρά­στη­κε πο­λύ α­πλά α­πό το Θα­νά­ση τρα­γου­δώ­ντας το Κα­πνι­σμέ­νο Τσου­κά­λι, «Ε­μείς α­δερ­φέ μου, δεν τρα­γου­δά­με για να ξε­χω­ρί­σου­με α­πό τον κό­σμο, ε­μείς τρα­γου­δά­με για να σμί­ξου­με τον κό­σμο!»

Τρα­γου­δι­στή­κα­νε τα ε­ξής με­λο­ποι­η­μέ­να ποιή­μα­τα:

    1. Κου­βέ­ντα μ’ έ­να λου­λού­δι Θε­ο­δω­ρά­κη-Ρί­τσου
    Δε­κα­ο­χτώ λια­νο­τρά­γου­δα της πι­κρής πα­τρί­δας

    2. Ε­πι­τά­φιος Θε­ο­δω­ρά­κη-Ρί­τσου
    Γιε μου, σπλά­χνο των σπλά­χνων μου
    Ήσουν κα­λός
    Στο πα­ρα­θύ­ρι στε­κό­σουν
    Βα­σί­λε­ψες α­στέ­ρι μου

    3. Και να α­δελ­φέ μου Λε­ο­ντή-Ρί­τσου
    Κα­πνι­σμέ­νο τσου­κά­λι

    4. Λι­γνά κο­ρί­τσια Θε­ο­δω­ρά­κη-Ρί­τσου
    Δε­κα­ο­χτώ λια­νο­τρά­γου­δα της πι­κρής πα­τρί­δας

    5. Τη Ρω­μιο­σύ­νη μην την κλαίς Θε­ο­δω­ρά­κη-Ρί­τσου
    Δε­κα­ο­χτώ λια­νο­τρά­γου­δα της πι­κρής πα­τρί­δας
 
Μο νεμ βα σιώ τισ σες

    Οι Λά κω νες ι διαί τε ρα χά ρη καν να α κού σουν τη Βού λα να απαγ γέλ λει το ποί η μα του Ρί τσου Μο νεμ βα σιώ τισ σες

    αυτές που ανάβαν τη φτωχειά φαφού μπροστά στο αγεροπλάνταχτο κατώφλι -
    πως ευωδιάζαν τα φουστάνια τους βρεγμένο ξύλο, δυόσμο και κριθάρι (…)
    αυτές που αφαλοκόβαν και σαβανώναν σκίζοντας τον κολλαριστό χασέ με θυμωμένα δόντια
    που πλένανε με ξύδι κ’ ύστερις μ’ ανθόνερο τα σκοτωμένα παλληκάρια
    αυτές που τραγουδάγαν και χορεύαν το χορό του Ζαλόγγου με το σκούσμα της φώκιας (…)
    αυτές που φόραγαν του σκοτωμένου κύρη τους τα
    μπαλωμένα παντελόνια κι ανηφόριζαν βιγλατόρισσες στ’ αψηλά καραούλια (…)
    αυτές που ρίχνανε στο χωματένιο κουμπαρά κλεφτά-κλεφτά κανένα δίλεφτο για μια ώρα ανάγκης
    για την αστένεια, την ανέχεια, τον ξεκληρισμό, την εξορία.

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2001

Πίσω από το πάγκο

Χρίστος Δ Βλάχος, Διαμαντής Λαμπράκης, Κούλα Λαμπράκη, Καλίτσα Χαρματζή, Παναγιώτης Αρώνης, Δήμητρα Αρώνη, Αθανασιά Καρύδη, Λεωνίδας Καρύδης και Δημήτρης Χαγιάς.

Ανοιχτή Πρόσκληση

Αρχισε το χτίσιμο: Τεχνίτες, μαστοράδες και εργάτες στο πλευρό του συλλόγου

Χρήστος Γ. Βλάχος: Μάστορας, χτίστης και πρωτεργάτης
Εί­ναι και­ρός.  Άρχι­σε το χτί­σι­μο.  Τε­χνί­τες, μα­στο­ρά­δες και ερ­γά­τες α­να­σκου­μπώ­νο­νται για την α­να­καί­νι­ση και βελ­τί­ω­ση του Λα­κω­νι­κού Οι­κο­γε­νεια­κού Κέ­ντρου.

Οι Χρί­στος Γ Βλά­χος, Γιώρ­γος Μή­τρης, Γιώρ­γος Κρε­μα­στιώ­της και μια πα­ρέ­α βο­η­θών που ό­λο και γί­νε­ται πιο με­γά­λη δί­νου­νε τον κα­λύ­τε­ρο ε­αυ­τό τους για να κά­νου­νε μια κα­λή αρ­χή.

 Άμε­σος στό­χος εί­ναι να χτι­στεί και­νούρ­για εί­σο­δος με προ­θά­λα­μο στο χολ του συλ­λό­γου.  Αρ­γό­τε­ρα να οι­κο­δο­μη­θού­νε και­νούρ­για α­πο­χω­ρη­τή­ρια, α­να­γνω­στή­ριο, βι­βλιο­θή­κη και μπαρ.

Όπως πά­ντα η δύ­να­μη και η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα του συλ­λό­γου ε­ξαρ­τι­έ­ται α­πό την ε­νερ­γό συμ­με­το­χή των με­λών και φί­λων.